Όταν το τέλος μιας σχέσης γίνεται η αρχή μιας νέας ισορροπίας
Ο χωρισμός ή το διαζύγιο αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στη ζωή ενός ανθρώπου. Εκτός από την απώλεια της σχέσης, μπορεί να συνοδεύεται από θλίψη, θυμό, ενοχές, ανασφάλεια, μοναξιά ή φόβο για το μέλλον. Παράλληλα, συχνά φέρνει πρακτικές αλλαγές στην καθημερινότητα, στις σχέσεις και στον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τη ζωή του μετά τον χωρισμό.
Όταν υπάρχουν παιδιά, η μετάβαση μπορεί να γίνει ακόμη πιο σύνθετη. Οι γονείς καλούνται να διαχειριστούν τα δικά τους συναισθήματα και ταυτόχρονα να βοηθήσουν το παιδί να κατανοήσει και να προσαρμοστεί σε μια νέα οικογενειακή πραγματικότητα.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει ένα υποστηρικτικό και εμπιστευτικό πλαίσιο για την επεξεργασία της εμπειρίας του χωρισμού, την καλύτερη κατανόηση των συναισθημάτων και των αναγκών και τη σταδιακή προσαρμογή στις αλλαγές.
Πότε μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;
Η θεραπευτική υποστήριξη μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν ο χωρισμός συνοδεύεται από:
- έντονη θλίψη ή αίσθημα απώλειας,
- δυσκολία αποδοχής του τέλους της σχέσης,
- άγχος ή έντονη αβεβαιότητα για το μέλλον,
- χαμηλή αυτοεκτίμηση ή αμφισβήτηση του εαυτού,
- δυσκολίες στη συνεννόηση με τον/την πρώην σύντροφο,
- έντονες συγκρούσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα ή τα παιδιά,
- δυσκολία προσαρμογής στις νέες συνθήκες ζωής,
- επαναλαμβανόμενα συναισθηματικά ή σχεσιακά μοτίβα που το άτομο επιθυμεί να κατανοήσει καλύτερα.
Η αναζήτηση υποστήριξης δεν προϋποθέτει ότι ο χωρισμός έχει οδηγήσει σε κάποια ψυχική διαταραχή. Μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο καλύτερης κατανόησης και διαχείρισης μιας απαιτητικής περιόδου ζωής.
Η θεραπευτική προσέγγιση
Η θεραπεία δεν επικεντρώνεται μόνο στη διαχείριση του πόνου που μπορεί να συνοδεύει έναν χωρισμό. Μπορεί επίσης να δημιουργήσει χώρο για την κατανόηση όσων προηγήθηκαν, των αναγκών και των προσδοκιών του ατόμου, καθώς και του τρόπου με τον οποίο σχετίζεται με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής του.
Παράλληλα, μπορεί να δοθεί έμφαση στη διαχείριση δύσκολων συναισθημάτων, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, στην προσαρμογή στη νέα καθημερινότητα και στη διαμόρφωση πιο λειτουργικών τρόπων επικοινωνίας.
Όταν υπάρχουν παιδιά, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η γονεϊκή διάσταση του χωρισμού: πώς θα ανακοινωθεί η απόφαση, πώς θα διατηρηθεί ένα αίσθημα σταθερότητας και πώς μπορούν οι γονείς, όταν αυτό είναι εφικτό και ασφαλές, να συνεργάζονται γύρω από τις ανάγκες του παιδιού.
Στόχος δεν είναι να επιβληθεί ένας συγκεκριμένος τρόπος ή χρόνος «αποκατάστασης», αλλά να υποστηριχθεί κάθε άνθρωπος ώστε να επεξεργαστεί την εμπειρία με τον δικό του ρυθμό.
Χωρισμός και παιδιά
Ο χωρισμός των γονέων αποτελεί σημαντική αλλαγή και για ένα παιδί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα οδηγήσει απαραίτητα σε ψυχολογικές δυσκολίες.
Τα παιδιά μπορεί να αντιδράσουν με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό τους στάδιο, την προσωπικότητά τους, τη σχέση με τους γονείς, τις αλλαγές που ακολουθούν στην καθημερινότητά τους και το επίπεδο σύγκρουσης στο οικογενειακό περιβάλλον.
Θλίψη, θυμός, απορίες, ανησυχία ή ακόμη και η επιθυμία να ξαναείναι μαζί οι γονείς μπορεί να αποτελούν μέρος της προσαρμογής στη νέα κατάσταση. Αυτό που έχει σημασία είναι η ένταση, η διάρκεια και το κατά πόσο οι αντιδράσεις αυτές επηρεάζουν την καθημερινότητα και τη λειτουργικότητα του παιδιού.
Πώς μπορούν οι γονείς να υποστηρίξουν το παιδί;
Η προσαρμογή του παιδιού μπορεί να υποστηριχθεί μέσα από:
- σαφή και κατάλληλη για την ηλικία του ενημέρωση για όσα πρόκειται να αλλάξουν,
- διαβεβαίωση ότι το παιδί δεν ευθύνεται για τον χωρισμό,
- αποφυγή αρνητικών σχολίων για τον άλλο γονέα μπροστά στο παιδί,
- αποφυγή της τοποθέτησής του στη θέση του μεσολαβητή ή του «αγγελιοφόρου» μεταξύ των γονέων,
- αποφυγή πίεσης να επιλέξει πλευρά,
- όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σταθερότητα στο σχολείο, στις δραστηριότητες και στις καθημερινές του συνήθειες,
- χώρο για ερωτήσεις και έκφραση διαφορετικών συναισθημάτων,
- συνεπή παρουσία και συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονέων.
Το παιδί δεν χρειάζεται να γνωρίζει τις λεπτομέρειες της σύγκρουσης των ενηλίκων. Χρειάζεται κυρίως να γνωρίζει τι αλλάζει στη δική του ζωή, τι παραμένει σταθερό και ότι εξακολουθεί να αγαπιέται και να φροντίζεται.
Να μιλήσουμε με ψυχολόγο πριν ανακοινώσουμε τον χωρισμό στο παιδί;
Δεν είναι απαραίτητο σε κάθε περίπτωση. Ωστόσο, μια συμβουλευτική συνάντηση με ψυχολόγο που εργάζεται με παιδιά και οικογένειες μπορεί να είναι χρήσιμη ακόμη και πριν από την ανακοίνωση του χωρισμού, ιδιαίτερα όταν οι γονείς δεν γνωρίζουν πώς να προσεγγίσουν το θέμα ή όταν οι οικογενειακές συνθήκες είναι περισσότερο σύνθετες.
Η συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να οργανώσουν:
- πότε και με ποιον τρόπο θα μιλήσουν στο παιδί,
- ποιες πληροφορίες είναι κατάλληλες για την ηλικία του,
- πώς θα απαντήσουν στις ερωτήσεις του,
- πώς θα εξηγήσουν τις αλλαγές που θα ακολουθήσουν,
- πώς θα περιορίσουν την έκθεσή του στις μεταξύ τους συγκρούσεις,
- πώς θα διατηρήσουν ένα όσο το δυνατόν πιο σταθερό πλαίσιο στην καθημερινότητά του.
Μια τέτοια συνάντηση αφορά πρωτίστως την καθοδήγηση των γονέων και δεν σημαίνει ότι το παιδί χρειάζεται ψυχοθεραπεία.
Πότε μπορεί να χρειάζεται υποστήριξη το παιδί;
Μετά από έναν χωρισμό είναι αναμενόμενο να υπάρξουν συναισθηματικές αντιδράσεις και αλλαγές στη συμπεριφορά. Περισσότερη προσοχή μπορεί να χρειάζεται όταν παρατηρούνται αλλαγές που είναι έντονες, επιμένουν ή επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητα του παιδιού, όπως:
- επίμονη θλίψη, άγχος, θυμός ή έντονη ευερεθιστότητα,
- σημαντικές αλλαγές στον ύπνο ή στο φαγητό,
- απόσυρση από φίλους και δραστηριότητες,
- έντονη δυσκολία αποχωρισμού από έναν γονέα,
- σημαντική αλλαγή στη σχολική επίδοση ή άρνηση για το σχολείο,
- συχνές σωματικές ενοχλήσεις, όπως πονοκέφαλοι ή πόνοι στην κοιλιά, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται σε περιόδους αυξημένης έντασης,
- επιστροφή σε συμπεριφορές προηγούμενων αναπτυξιακών σταδίων,
- επίμονες ενοχές ή πεποίθηση ότι το ίδιο προκάλεσε τον χωρισμό,
- έντονη επιθετικότητα ή σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά,
- δυσκολίες που επηρεάζουν αισθητά τις σχέσεις, το σχολείο ή την καθημερινή λειτουργικότητα.
Η παρουσία ενός από αυτά τα σημάδια δεν σημαίνει από μόνη της ότι το παιδί έχει κάποια ψυχική διαταραχή. Όταν όμως υπάρχει προβληματισμός, μια συνάντηση με ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των αναγκών του και στο αν χρειάζεται περαιτέρω υποστήριξη.
Πρέπει να κάνει ψυχοθεραπεία το παιδί μετά το διαζύγιο;
Όχι απαραίτητα. Ο χωρισμός των γονέων δεν αποτελεί από μόνος του λόγο έναρξης ψυχοθεραπείας.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατάλληλη καθοδήγηση των γονέων και η διατήρηση ενός ασφαλούς και σταθερού πλαισίου μπορεί να είναι επαρκείς. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να κριθεί χρήσιμη η άμεση υποστήριξη του παιδιού ή του εφήβου.
Η απόφαση εξαρτάται από τις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού και όχι απλώς από το γεγονός ότι οι γονείς χώρισαν.
Όταν υπάρχει βία, φόβος ή ελεγκτική συμπεριφορά
Αν ο χωρισμός συνοδεύεται από βία, απειλές, φόβο, εξαναγκασμό ή ελεγκτική/κακοποιητική συμπεριφορά από πρώην σύντροφο, προτεραιότητα έχει η ασφάλεια του ατόμου και των παιδιών.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η προσπάθεια για καλύτερη επικοινωνία ή συνεργασία με τον/την πρώην σύντροφο δεν αποτελεί πάντοτε κατάλληλο ή ασφαλή στόχο και μπορεί να χρειάζεται εξειδικευμένη υποστήριξη και σύνδεση με κατάλληλες υπηρεσίες.
Τι μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία;
Ανάλογα με τις ανάγκες και τους στόχους κάθε ανθρώπου, η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να συμβάλει:
- στη διαχείριση της απώλειας της σχέσης,
- στη μείωση της συναισθηματικής έντασης και στη διαχείριση του άγχους,
- στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης,
- στην καλύτερη κατανόηση των προσωπικών αναγκών και των μοτίβων στις σχέσεις,
- στην ανάπτυξη πιο λειτουργικών τρόπων επικοινωνίας,
- στη σταδιακή προσαρμογή στις νέες συνθήκες ζωής,
- στην υποστήριξη του γονεϊκού ρόλου και στην καλύτερη κατανόηση των αναγκών των παιδιών κατά τη διάρκεια και μετά τον χωρισμό.
Συχνές Ερωτήσεις
Είναι αναμενόμενο να δυσκολεύομαι μετά από έναν χωρισμό;
Ναι. Η συναισθηματική αντίδραση σε έναν χωρισμό διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «σωστός» χρόνος προσαρμογής. Όταν όμως η δυσφορία είναι έντονη, επιμένει ή επηρεάζει σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα, μπορεί να είναι χρήσιμη η αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης.
Είναι καλύτερο να μείνουμε μαζί για χάρη των παιδιών;
Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλες τις οικογένειες. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν έχει στόχο να αποφασίσει αντί των γονέων αν πρέπει να παραμείνουν μαζί ή να χωρίσουν. Μπορεί όμως να βοηθήσει στην κατανόηση της οικογενειακής κατάστασης και των αναγκών των παιδιών, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται με μεγαλύτερη επίγνωση και με προτεραιότητα την ασφάλεια και την ευημερία τους.
Πόσο διαρκεί η θεραπεία;
Η διάρκεια εξαρτάται από τις ανάγκες, τις δυσκολίες και τους στόχους κάθε ανθρώπου. Το θεραπευτικό πλάνο διαμορφώνεται εξατομικευμένα και μπορεί να προσαρμόζεται στην πορεία της θεραπείας.
Κάντε το πρώτο βήμα
Ένας χωρισμός δεν αφορά μόνο το τέλος μιας σχέσης αλλά συχνά την αναδιοργάνωση ενός σημαντικού μέρους της ζωής και, όταν υπάρχουν παιδιά, της οικογενειακής καθημερινότητας.
Η κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να προσφέρει χώρο για την επεξεργασία της απώλειας, την προσαρμογή στις αλλαγές και την καλύτερη κατανόηση των αναγκών τόσο του ίδιου του ατόμου όσο και των παιδιών.
Στόχος δεν είναι μια «τέλεια» μετάβαση χωρίς δύσκολα συναισθήματα, αλλά η σταδιακή δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας με περισσότερη σταθερότητα, ασφάλεια και χώρο για όσα έχουν πραγματικά σημασία.