Παιδιά και οθόνες:
Πώς να θέσουμε όρια αποφεύγοντας τις συγκρούσεις
Οι οθόνες έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των παιδιών, προσφέροντας ψυχαγωγία, αλληλεπίδραση αλλά και ευκαιρίες μάθησης. Ταυτόχρονα, όμως, η χρήση τους αποτελεί συχνά ένα από τα πιο δύσκολα θέματα που καλούνται να διαχειριστούν οι γονείς.
Ένα βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μπορούμε να θέσουμε όρια στη χρήση των οθονών, ώστε να μη μετατρέπεται καθημερινά σε θέμα διαπραγμάτευσης και αφορμή για συγκρούσεις.
Γιατί το παιδί δυσκολεύεται να κλείσει την οθόνη;
Η ενασχόληση με την οθόνη προσφέρει άμεση ευχαρίστηση. Βίντεο, εικόνες και παιχνίδια εναλλάσσονται διαρκώς, προσφέροντας συνεχώς νέα και ενδιαφέροντα ερεθίσματα στο παιδί.
Όταν το παιδί καλείται να κλείσει την οθόνη, ουσιαστικά καλείται να σταματήσει μια δραστηριότητα που του αρέσει. Παράλληλα, ιδιαίτερα τα μικρότερα παιδιά δεν έχουν αναπτύξει ακόμη πλήρως τις δεξιότητες αυτορρύθμισης που χρειάζονται για να διαχειριστούν την απογοήτευση ή τη ματαίωση που μπορεί να νιώσουν.
Έτσι, ένα ξέσπασμα μετά το κλείσιμο της οθόνης μπορεί να εκφράζει τη δυσκολία του παιδιού να μεταβεί από μια δραστηριότητα που του αρέσει σε κάτι άλλο, αλλά και να διαχειριστεί τα συναισθήματα που συνοδεύουν αυτή τη μετάβαση.
Πώς μπορούμε να θέσουμε όρια στη χρήση των οθονών;
Ορίζουμε το πλαίσιο πριν ανοίξει η οθόνη
Ένας κανόνας που έχει τεθεί εκ των προτέρων είναι συνήθως πιο εύκολο να γίνει αποδεκτός από ένα όριο που τίθεται ξαφνικά εκείνη τη στιγμή.
Για παράδειγμα, μπορούμε να πούμε:
«Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το κινητό για είκοσι λεπτά. Όταν χτυπήσει το χρονόμετρο, θα χρειαστεί να το κλείσεις για να διαβάσεις.»
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί γνωρίζει από πριν τι πρόκειται να συμβεί και έχει χρόνο να προετοιμαστεί για τη μετάβαση στην επόμενη δραστηριότητα.
Προειδοποιούμε πριν τελειώσει ο χρόνος
Η ξαφνική διακοπή μιας ευχάριστης δραστηριότητας μπορεί να προκαλέσει εντονότερη αντίδραση. Γι' αυτό είναι χρήσιμο να προειδοποιούμε το παιδί λίγο πριν ολοκληρωθεί ο συμφωνημένος χρόνος.
Για παράδειγμα:
«Σε 15 λεπτά θα χρειαστεί να κλείσεις το tablet.»
Και, λίγο πριν από το τέλος:
«Έχεις άλλα δύο λεπτά και μετά τελειώνει ο χρόνος.»
Η προειδοποίηση βοηθά το παιδί να προετοιμαστεί για τη μετάβαση, αντί το τέλος του χρόνου οθόνης να έρθει ξαφνικά.
Χρησιμοποιούμε λίγα και σταθερά λόγια
Όταν το παιδί έχει ήδη θυμώσει, οι μεγάλες εξηγήσεις και οι συνεχείς διαπραγματεύσεις συνήθως δεν βοηθούν. Εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζονται πολλά επιχειρήματα με στόχο να το πείσουμε.
Αρκεί κάτι απλό και σταθερό:
«Καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να σταματήσεις το παιχνίδι σου, όμως ο χρόνος που είχαμε συμφωνήσει τελείωσε.»
Όσο περισσότερο προσπαθούμε εκείνη τη στιγμή να εξηγήσουμε ή να πείσουμε, τόσο περισσότερο μπορεί να παρατείνεται η διαπραγμάτευση.
Αναγνωρίζουμε το συναίσθημα, κρατώντας σταθερό το όριο
Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του παιδιού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χρειάζεται να αλλάξουμε το όριο.
Για παράδειγμα:
«Βλέπω ότι είσαι θυμωμένος. Το tablet, όμως, θα μείνει κλειστό τώρα.»
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί λαμβάνει δύο σημαντικά μηνύματα: ότι ο γονέας κατανοεί και αποδέχεται το συναίσθημά του και, ταυτόχρονα, ότι το όριο παραμένει σταθερό.
Τι κάνουμε όταν το παιδί ξεσπάσει;
Ακόμη και όταν έχουμε προετοιμάσει το παιδί και έχουμε θέσει ξεκάθαρα όρια, είναι πιθανό κάποιες φορές να αντιδράσει έντονα.
Εκείνη τη στιγμή, στόχος δεν είναι απαραίτητα να σταματήσει αμέσως να θυμώνει ή να απογοητεύεται. Μπορούμε να παραμείνουμε ήρεμοι, να αποφύγουμε τις πολλές εξηγήσεις και να διατηρήσουμε το όριο που είχε συμφωνηθεί.
Το παιδί μπορεί να είναι θυμωμένο επειδή τελείωσε ο χρόνος του και, ταυτόχρονα, ο κανόνας να παραμένει σταθερός. Σταδιακά, μέσα από τη συνέπεια και την προβλεψιμότητα, μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται καλύτερα αυτές τις μεταβάσεις και τα συναισθήματα που τις συνοδεύουν.
Προσφέρουμε εναλλακτικές
Είναι πιο δύσκολο για ένα παιδί να κλείσει την οθόνη όταν δεν υπάρχει κάποια άλλη δραστηριότητα που μπορεί να ακολουθήσει. Γι' αυτό είναι χρήσιμο να μην περιοριζόμαστε μόνο στο τι δεν μπορεί να κάνει —«όχι άλλη οθόνη»— αλλά να του προσφέρουμε και εναλλακτικές.
Για παράδειγμα:
«Όταν τελειώσεις το παιχνίδι σου στο κινητό, μπορούμε να παίξουμε με τα αυτοκινητάκια σου.»
ή:
«Όταν τελειώσεις, θέλεις να με βοηθήσεις να ποτίσουμε τα λουλούδια;»
Όσο περισσότερες διαφορετικές πηγές ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης έχει ένα παιδί στην καθημερινότητά του, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να βιώνει την οθόνη ως τη μοναδική διαθέσιμη μορφή διασκέδασης.
Λειτουργούμε ως πρότυπο
Τα παιδιά μαθαίνουν όχι μόνο από αυτά που τους λέμε, αλλά και από αυτά που μας βλέπουν να κάνουμε.
Είναι δύσκολο για ένα παιδί να αποδεχτεί ένα όριο στη χρήση της οθόνης όταν βλέπει τους ενήλικες γύρω του να ασχολούνται συνεχώς με το κινητό ή το tablet.
Είναι σημαντικό, λοιπόν, να προσπαθούμε να περιορίζουμε και τον δικό μας χρόνο μπροστά στην οθόνη όταν είμαστε μαζί με το παιδί. Παράλληλα, μπορούμε να δημιουργούμε οικογενειακές συνήθειες που ενθαρρύνουν την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση χωρίς τη χρήση οθονών.
Στόχος δεν είναι η τελειότητα, αλλά η συνέπεια
Θα υπάρξουν μέρες κατά τις οποίες η τήρηση των κανόνων και των ορίων που έχουμε θέσει θα είναι πιο δύσκολη και ίσως δεν καταφέρουμε να τα εφαρμόσουμε στον βαθμό που θα θέλαμε.
Αυτό δεν ακυρώνει την προσπάθειά μας. Στόχος δεν είναι η τέλεια εφαρμογή των κανόνων, αλλά μια γενικότερη συνέπεια και προβλεψιμότητα, που βοηθούν το παιδί σταδιακά να κατανοήσει και να αποδεχτεί τα όρια.
Το ζητούμενο, άλλωστε, δεν είναι να αποκλείσουμε τα παιδιά από την τεχνολογία, η οποία αποτελεί πλέον μέρος της σύγχρονης καθημερινότητας. Στόχος είναι να τα βοηθήσουμε να αναπτύξουν μια πιο ισορροπημένη σχέση με τις οθόνες, ώστε στην ημέρα τους να υπάρχει χώρος και χρόνος για παιχνίδι, κίνηση, δημιουργικότητα και ουσιαστική σύνδεση με τους άλλους.
Όταν η καθημερινότητα γύρω από τα όρια γίνεται δύσκολη
Όταν οι δυσκολίες γύρω από τα όρια, τη χρήση των οθονών ή άλλες καθημερινές συνήθειες δημιουργούν συχνές εντάσεις στην οικογένεια, η Συμβουλευτική Γονέων μπορεί να προσφέρει έναν χώρο κατανόησης και αναζήτησης τρόπων διαχείρισης, προσαρμοσμένων στις ανάγκες του κάθε παιδιού και της οικογένειάς του.
Μέσα από τη συνεργασία με τον ειδικό, οι γονείς μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τι βρίσκεται πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού, να επεξεργαστούν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και να αναζητήσουν τρόπους ώστε τα όρια να γίνονται πιο σταθερά, σαφή και λειτουργικά στην καθημερινότητα.